Wednesday, February 24, 2016

Εσύ η κιβωτός


Μόνος σου αγόρι μου. Κουβάλα την εποχή μας. Σύρ' την πίσω σου στην άσφαλτο προς ένα μέλλον που αυτή θα ντρέπεται που υπήρξε κι εσύ θα νιώθεις υπόχρεος να τη διατηρήσεις στη  μνήμη σου για να μην ξεχάσει κανείς ότι υπήρξε. Κουβάλα αγόρι μου ένα μπουφάν για τα κρύα της νύχτας, για τα κρύα στα σκοτάδια που σου στήνουμε, να 'χεις να το τυλιχτείς ώσπου να φτάσει το ξημέρωμα. Δεν ξέρω πόσοι θα 'μαστε σε εκείνο το ξημέρωμα. Εσύ ίδιος ήλιος όμως θα χαμογελάς, ίδιος ήλιος θα παίζεις σε έναν άλλο ουρανό. Αν είμαι κι εγώ, αν έχω φτάσει ως εκεί, αν έχω βρει τρόπο να σώσω την ανθρωπιά μου ως εκείνες τις μέρες, θα ψάξω να σε φιλήσω που μου 'δωσες ένα ακόμη κουράγιο λίγο πριν τα παρατήσω.

Μόνος σου αγόρι μου. Περπάτα ετούτον τον κόσμο, γκρέμισε τους φράχτες της αθλιότητάς μας, κάνε συντρίμμια τα τείχη του τρόμου μας, λιώσε κάτω απ' τις σόλες σου τις σάπιες πράξεις μας, τις σάπιες σκέψεις μας. Περπάτα κι άφηνε χνάρια να ακολουθήσουν τα αδέρφια σου, να 'ρθουν από όπου γης να ενωθούν, ζωή αυτά-ζωή εσύ, μαζί σου. 

Μόνος σου αγόρι μου. Είσαι η κιβωτός του 21ου αιώνα. Μέσα σου σώζεται η ανθρωπότητα. Σώσε την!

Friday, December 18, 2015

Ωτοστόπ για τις Αόρατες Πόλεις



(Ένα πορτοκαλί αυτοκίνητο παλιότερης δεκαετίας έξω απ’ την πύλη της φυλακής. Δεξιά κι αριστερά της πύλης δυο φύλακες κοιτάν στο πουθενά, μοιάζουν με ζόμπι. Ένας εκατονταετής καλοστεκούμενος μαύρος παππούς με κάτασπρα μαλλιά [Θεόφιλος Κούτος] μπαίνει στη θέση του οδηγού. Φοράει τζιν παντελόνι και χαβανέζικο πουκάμισο. Χαμογελάει. Στη δίπλα θέση με ρούχα φυλακής ένας πανέμορφος νεαρός [Μάρκος Απρίλιος]. Σοβαρός και κάπως προβληματισμένος. Μικρές κοφτές κινήσεις των χεριών και του κεφαλιού του δείχνουν ότι νιώθει αρκετά άβολα.)

Θ.Κ. : Πουτάνα Μισόν, τους σκίσαμε πάλι. Δες, δες! Δες το φύλακα στην πύλη πώς μας κοιτάζει; Θες να τον κάνω να μας ευχηθεί και καλό ταξίδι;

(Ο Μάρκος Απρίλιος δεν μιλάει. Γυρνάει σχεδόν αδιάφορα και κοιτάζει προς την πύλη. Ξεκινάνε. Εικόνες που αλλάζουν πίσω τους δείχνουν να βγαίνουν απ' την πόλη. Οδηγάν στην εθνική οδό. Σε χαμηλό ήχο στο ραδιόφωνο ακούγεται ο Παπακωνσταντίνου να τους θυμίζει "μα εσύ πρέπει πάντα να φεύγεις, να ψάχνεις τις φοινικιές...")

Θ.Κ. : Τώρα μάλλον θα τους έχουν βρει και θα προσπαθούν να τους ξυπνήσουν. Χαχα. Το "ρύθμισα" να γίνει σε ένα εικοσιτετράωρο. Φαντάζομαι έφυγαν κι άλλοι κρατούμενοι. Εντάξει, ας μπω λίγο πιο βαθιά στην κόλαση. Sorry κράτος, sorry Θεέ.
Μ.Α. : ...
Θ.Κ.: Δε θα πεις τίποτα εσύ; Δεν περιμένω ευχαριστώ και βλακείες. Το καταλαβαίνεις φαντάζομαι. Και για τους δυο μας το κάνω. Πες απλά κάτι να περάσει η ώρα.
Μ.Α. : Σουφλέ.
Θ.Κ. : Τι σουφλέ;
Μ.Α. : Σουφλέ σοκολάτας. Φρεσκολιωμένης...
Θ.Κ. : Στάσου, σε χάνω. Τι εννοείς;
Μ.Α.: Αυτό. Αυτό μου μύρισε. Σουφλέ σοκολάτας.
Θ.Κ. : (κουνάει το κεφάλι νομίζοντας ότι του έχει στρίψει του Μάρκου. Κάθε τόσο ρίχνει μια κλεφτή ματιά στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μήπως τους ακολουθάει κανείς) Για πότε λες; Τώρα; Εδώ μέσα;
Μ.Α. : Όχι. Όταν με ελευθέρωνες. Όταν φεύγαμε απ' τη φυλακή. Έντονα, σουφλέ σοκολάτας. Το ίδιο μου είχε μυρίσει κι όταν σκότωνα τους γονείς μου. Το ίδιο και τη μέρα που είχα αγοράσει τα ντραμς. Αυτό και στο ραντεβού με την Κική όταν έπιασα τη ρώγα της. Στις ομορφότερες στιγμές της ζωής μου, μου μυρίζει σουφλέ σοκολάτας. Έτσι βεβαιώθηκα και σήμερα ότι αυτό που ήρθες κι έκανες ήταν ωραίο, ήταν το σωστό, ήταν ό,τι περίμενα. Γι' αυτό σε ακολούθησα χωρίς ενδοιασμό.
Θ.Κ.: (χαμογελάει και κοιτάει με κάποιο θαυμασμό τον Μάρκο) Ξέρεις; Δεν ήμουν σίγουρος αν μετά τον φόνο ήσουν στα καλά σου. Γράφανε κι όλο βλακείες οι χαζοδημοσιογράφοι. Αγχωνόμουν λίγο μήπως σου έστριψε. Πάλι θα σε ελευθέρωνα αλλά το θέμα ήταν τι θα σε έκανα μετά αν άρχιζες να κάνεις τον κόκκορα και την αλεπού μέσα στο αυτοκίνητο. Όπως φαίνεται όμως, ετούτο θα είναι ένα ωραίο ταξίδι.
Μ.Α. : Πού πάμε; Ξέρεις ή έτσι οδηγάμε, μακριά κι όπου;
Θ.Κ. : Δεν υπάρχει μακριά κι όπου! Υπάρχει μακριά και παντού. Δε σου λέω ακόμη αλλά πίστεψέ με, στα εκατό μου χρόνια ξέρω δρόμους που κανείς δεν έχει διαβεί, ξέρω μέρη που κανείς δεν έχει δει.

(Στην άκρη του δρόμου, στο πλάι της σκηνής εμφανίζεται γυναίκα επιβλητική. Μοιάζει με την Κέιτ Μπλάνσετ. Στα 45 της περίπου, φούστα σκουρόχρωμη σχεδόν ως το γόνατο, εφαρμοστή με φερμουάρ πίσω. Πουκάμισο λευκό, από πάνω παλτό ξεκούμπωτο. Στο πλάι της μικρή βαλίτσα αφημένη. Κάνει σήμα ωτοστόπ. Ο μπαρμπα Θεόφιλος φρενάρει απότομα. Ο Μάρκος, αφηρημένος, χτυπάει το κεφάλι του μπροστά, πάνω στο ταμπλό.)

Θ.Κ. : Βρε, δε φόραγες ζώνη;
Μ.Α. : Σκατά. Όχι δε φόραγα, την ξέχασα. Παραλίγο να φύγω απ' έξω. Γιατί φρέναρες έτσι; (τρίβει έντονα το μέτωπό του)
Θ.Κ. : (του δείχνει την κυρία που τους πλησιάζει απ' το τζάμι του Μάρκου) Για την κυρία. Να μην την πάρουμε;
Μ.Α. : (ο Μάρκος ανοίγει τεράστια μάτια, σκάει το πρώτο του χαμόγελο) Πλάκα κάνεις; Κι ελαφρά που το πάτησες το φρένο. (Συνωμοτικά) Λοιπόν, Μάρκο με λένε, Μάρκο σκέτο, έτσι;
Θ.Κ. : (του κλείνει το μάτι) Γιατί, έχει ακούσει κανείς άλλο όνομα; Όσο για τα ρούχα σου, αν πει κάτι, ήμασταν σε πάρτυ μασκέ. Εσύ είχες ντυθεί φυλακισμένος κι εγώ μπάρμαν στη Χονολουλού.

(Γελάνε κι οι δύο. Ο Μάρκος κατεβάζει το τζάμι του. Η όμορφη γυναίκα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπό της σε αυτό του Μάρκου. Αυτός τραβιέται διακριτικά πίσω στο κάθισμά του.)

Κέιτ Μπλάνσετ : Πού πάτε;
Θ.Κ. : Κάνουμε μια στάση εκεί που πηγαίνετε εσείς και μετά συνεχίζουμε προς τις Αόρατες Πόλεις του βορρά.

(γεμάτος έκπληξη ο Μάρκος γυρνάει προς τον μπαρμπα Θεόφιλο. Του κάνει νεύμα καθησύχασης. Η Κέιτ δαγκώνει απαλά το κάτω χείλος της. Όλο το υπόλοιπο πρόσωπό της χαμογελάει.)

Κ.Μ. : Χρόνια έχω να περάσω απ' τις Αόρατες Πόλεις. Γεια σας. Είμαι η Κέιτ.

 (Το ραδιόφωνο χαμηλώνει. Ο Tom Waits ακούγεται σίγουρος να δηλώνει "cause tonight i'm gonna take that ride, across the river to the jersey side". Η σκηνή κλείνει.) 

Friday, December 11, 2015

Στο μέτωπο το φιλί!

"Εδώ, εδώ", μου είπε και μου έδειξε το μέτωπό της. "Εδώ ακουμπάμε τα δώρα στον πλανήτη μου αν είναι φιλιά. Έτσι ερχόμαστε σε οργασμό. Εκεί καταλήγουν όλες οι απολήξεις των ερωτικών νευρώνων μας. Μόνο που πρέπει να είναι δώρα κι όχι φιλιά καλησπέρας, όχι φιλιά δανεικά, όχι φιλιά σε κήπους Γεσθημανές. Οι σπασμοί μας έρχονται όταν η γλώσσα αγγίζει και δίνεται, όταν στον κύκλο της κίνησής της ξέρει πως ό,τι αφήνει αλλάζει κτήση, όταν στο παιχνίδι της βάζει κανόνες παράδοσης. Μόνον τέτοιους".

"Εδώ, εδώ", μου είπε και άλλαξε μορφή. "Στον πλανήτη μου, αλλάζουμε μορφή όταν μας δίνουν δώρα. Πότε γινόμαστε ουρλιαχτό, πότε ιδρώτας, πότε φωνή, πότε πνίξιμο, πότε σκίσιμο, πότε δάγκωμα, πότε όλα μαζί. Δοκιμάζουμε τα δώρα μας κάποιες φορές. Δεν αρκούμαστε μόνο στο απίθωμά τους στο μέτωπο. Τα φέρνουμε στο στόμα και ψάχνουμε σ' αυτά γνωστές μας γεύσεις. Χναρολατούμε για μονοπάτια σοκολάτας, για ποτάμια κρασιού, για ζάχαρη ομίχλης. Αν βρούμε ίχνη τους τότε γελάμε, τότε ξέρουμε θα γίνουν δώρα μας αγαπημένα, θα χτίσουν σπασμούς σε διάρκεια, θα επαναληφθούν άτακτα, εκτός γιορτών ημερολογίου."

"Εδώ, εδώ", είπε κι έπιασε το χέρι μου. Σήκωσε ψηλά τα μάτια κι άνοιξε το δάχτυλό μου, τον δείκτη. "Δείξε εκεί πάνω, δείξε όποιο αστέρι θες. Εκεί είναι ο πλανήτης μου. Σε αυτό, το πιο φωτεινό απ' όλα που διάλεξες. Φέρε την ευθεία τώρα κι ένωσέ τον με το μέτωπό μου. Έτσι. Άγγιξέ με, μη φοβάσαι, βάλε το δάχτυλό σου εκεί που με φίλησες, εκεί που σε οδήγησα. Τέταρτε, χαμένε μου μάγε, ούτε χρυσό, ούτε σμύρνα, ούτε λιβάνι. Φιλί κουβάλησες, με ένα αστέρι οδηγό κι εσύ, και το άφησες στη φάτνη του μετώπου μου. Κάθε θεός έχει το δώρο που του αξίζει. Κάθε οργασμός επίσης."

Saturday, December 5, 2015

Σχεδιάζοντας μιαν απόδραση

3 μήνες μετά

Φυλακή

Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες. Ούτε εύκολοι ούτε δύσκολοι. Βαρετοί. Λίγες οι κουβέντες του, συγκεκριμένο το πρόγραμμα, σχεδόν μετρημένα τα βήματα και οι κινήσεις του στα κελιά, την κουζίνα, το προαύλιο.
Ο Μάρκος Απρίλιος δεν ήταν διάσημος ανάμεσα στους συγκρατούμενούς του, δεν ήταν κι αδιάφορος όμως. Ήταν ο τύπος που σκότωσε για ένα όνομα πατέρα και μάνα. Ήταν επίσης ο τύπος που μετά από φόνους δεν τον κατηγόρησε η πλειοψηφία της κοινωνίας, αντίθετα του πήρε το μέρος. Εδώ και λίγο καιρό μάλιστα, οι συνεντεύξεις ενός υπέργηρου γείτονά του σε εφημερίδα ελαφρών θεμάτων, τον είχε κάνει κάτι σαν ήρωα μυθιστορήματος για το θηλυκό φύλλο της χώρας. Βοηθάει και η ομορφιά του σίγουρα, ήταν όμως και ο τρόπος που ο μπαρμπα-Κούτος τα περιέγραφε, που έκαναν τον Μάρκο συμπαθή ακόμη και στην πιο επιφυλακτική πιτσιρίκα ή κυρία που ξεφύλλιζε την Cappuccino.

Η εφημερίδα έπεσε στα χέρια του Μάρκου τυχαία. Ακουμπισμένη σε ένα παγκάκι του προαυλίου, ξεχασμένη μάλλον από κάποιον που την είχε ζητήσει από φύλακα να του τη φέρει. Είδε τη φάτσα του στο εξώφυλλο. "Πάλι για τη δίκη λένε;" αναρωτήθηκε. Την άνοιξε στις κεντρικές σελίδες. Ολόκληρο το σαλόνι γι' αυτόν. "Γείτονας εξομολογείται: τον πατέρα του δε θα τον σκότωνα, αλλά μια μπούφλα θα του έριχνα"! "Ποιος γείτονας είναι αυτός;" σκέφτηκε ενώ ξεκινούσε να διαβάζει για ιστορίες που όντως του είχαν συμβεί από όταν θυμάται τον εαυτό του ως σήμερα; "Ποιος με παρακολουθούσε από τόσο κοντά και ποτέ δεν τον πήρα χαμπάρι; Αφού με κανέναν δεν είχα σχέσεις". Λίγο ζαλισμένος ξαναδιάβασε το ρεπορτάζ απ' την αρχή, εκεί που περιέγραφε τον γείτονα. Υπέργηρος, μαύρος με κάτασπρα μαλλιά. "Καλέ, ο μπαρμπα-Θεοφάνης Κούτος! Ζει ακόμα αυτός;" είπε φωναχτά με έκπληξη ο Μάρκος. Θυμήθηκε τον πατέρα του, πριν καν πάει σχολείο ακόμη, μέσα στη άγρια νύχτα να ανοίγει την πόρτα του δωματίου του και με μπάσα φωνή να τον ξυπνάει φωνάζοντας "ουουου, είμαι ο Κούτος και τρώω παιδιάααα"!
Πάντα από φόβο τον είχε. Δεν είμαστε ρατσιστές λέμε αλλά λίγο τα λόγια των άλλων, λίγο το διαφορετικό, τον Μάρκο -τον τόσο διαφορετικό από όλους- τον τρόμαζε. Συνήθως τον έβλεπε τα απογεύματα να πλένει ένα πορτοκαλί παράξενο αυτοκίνητο που είχε. Μια απ' τις λίγες φορές που είχαν μιλήσει τον ρώτησε "μπάρμπα, τι αυτοκίνητο είναι αυτό;" και του απάντησε χαμογελώντας με κάτι ολόλευκα δόντια "Pony, ελληνικό, αθάνατο. Πάει ακόμα και με τρεις ρόδες!". Μέσα στα προσωπικά του παραληρήματα τον σκέφτηκε άπειρες φορές να οδηγάει προς την κόλαση με το πορτοκαλί Pony και τη μια ρόδα να λείπει. "Έτσι, ώστε! Ο μπάρμπας με παρακολουθούσε στενότερα από ό,τι πίστευα"!

Από εκείνη τη μέρα ζήτησε κι ο ίδιος να του φέρνουν μια Cappuccino. Μια φορά τη βδομάδα είχε συνέντευξη. Ανάμεσα σε κρασί και τσάι, σε πραγματικότητα και μέθη ο γέροντας περιέγραφε στον χάνο δημοσιογράφο φοβερά και τρομερά πράγματα. Ο Απρίλιος γινόταν Μάρκος κι ο Μάρκος το συμπαθητικό παιδί με την υπερπροστατευτική μάνα και τον άθλιο πατέρα. Και κάπου εκεί, στο μήνα πάνω διάβασε την πρόταση που τον έκανε να σκιρτήσει σκεφτόμενος, για πρώτη φορά ίσως από τότε που ήθελε να αγοράσει μηχανή, μια περιπέτεια: "Τι θα πει ισόβια; Ισόβια είναι μόνο οι πεθαμένοι". Προχώρησε διαγώνια με τη ματιά του τη συνέντευξη θέλοντας να φτάσει στο επίμαχο σημείο. Ξεκάθαρα ο Κούτος του έδινε ένα μήνυμα: Θα τον ελευθέρωνε. Με κάποιο τρόπο θα το έκανε. Ο δημοσιογράφος βέβαια χαμπάρι δεν έπαιρνε. Του αφηγούταν ο άλλος για τα χρόνια του στην Αμερική, τις κομπίνες, την τράπουλα και για τις αποδράσεις του κι αυτός νόμιζε κάνανε βιογραφία. Του έδινε ξεκάθαρες οδηγίες να είναι έτοιμος και να τον ακολουθήσει όταν χρειαστεί, κι ο γραφιάς τού έλεγε να μην πίνει τόσο. Πώς θα γινόταν δεν το αποκάλυπτε, ούτε πότε. Δε νοιαζόταν ο Μάρκος τόσο γι' αυτό εξάλλου. Κάτι να τον κάνει να ελπίζει ήθελε, να ελπίζει σε μια ζωή λίγο διαφορετική και να ελπίζει σε κάποιον που για πρώτη φορά νομίζει ότι πιστεύει σε αυτόν.


Σπίτι γερο-Κούτου

"Στην Αμερική του μεσοπολέμου, λέγαμε, αν βιάζεσαι να βρεις έναν βλάκα μην ψάχνεις, κάλεσε έναν δημοσιογράφο", σκέφτηκε ο Θεοφάνης Κούτος περιμένοντας για τη δέκατη συνέντευξή του τον δημοσιογράφο της Cappuccino. Πια το σχέδιό του βρισκόταν στην τελική ευθεία. Το μόνο που δεν ήταν σίγουρος ήταν αν το διάβαζε και ο Μάρκος Απρίλιος. Σε κάθε συνέντευξη, ανάμεσα σε αλήθειες και παραμύθια, του έδινε οδηγίες για το πώς θα τον βοηθήσει να αποδράσει. Του έλεγε για το ταξίδι που θα κάνουν και για τη μια περιπέτεια που και οι δύο είχαν τόση ανάγκη. Αυτός την τελευταία του, ο Μάρκος την πρώτη του.
Η ιδέα του ήρθε ένα βράδυ αδειάζοντας το τρίτο μπουκάλι κόκκινο σταυρωτό Ραψάνης που του είχε στείλει μια σαραντάρα που είχε λυσσάξει μαζί του, από όταν έγινε γνωστός μέσω των συνεντεύξεων. Μέχρι τηλέφωνο τον έπαιρνε να βρεθούν. "Να βρεθούμε καλή μου, να βρεθούμε αλλά είμαι 100 χρονών, δε μου σηκώνεται πια, με τα δάχτυλα θα κάνουμε δουλειά;" της είχε πει γελώντας και κλείνοντάς της το τηλέφωνο. Είχε χαρεί που θα χρησιμοποιούσε τα παλιά κόλπα, πρακτικές αφημένες για σχεδόν μισόν αιώνα στα πιο βαθειά συρτάρια του μυαλού του. Θα έκαναν την απόδραση όπως έκανε τις δεκάδες δικές του, με τον τρόπο που του έμαθε η Μισόν στην Αϊτή.
Απίστευτο κορμί η Μισόν. Σχεδόν εικοσιπέντε χρονών, πρώτα τον έριξε στο κρεβάτι και τρεις μέρες μετά τον ρώτησε το όνομά του. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη κι αυτό το είχε ξεχάσει. Η άλλη αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ξέχασε τι κάνανε εκείνο το τριήμερο. Ούτε μια λεπτομέρεια, ούτε μια στάση, ούτε ένα ουρλιαχτό. Μάγισσα μαύρης μαγείας, με βουντού έλεγχε τα θύματά της. Δεν του έμαθε όλα τα μυστικά της, του έμαθε όμως πώς να υπνωτίζει τους άλλους. Κι ήταν τόσο εύκολο! Κι ήταν τόσο χρήσιμο και τόσο διασκεδαστικό! Ειδικά με τους φύλακες. Συνέρχονταν μέρες μετά κι έβλεπαν ένα κελί άδειο και τους ίδιους σε ανάκριση γιατί ο Κούτος τους είχε φύγει! Έτσι, θα το 'κανε και τώρα. Όλους, απ' την είσοδο ως το κελί. Θα 'φτιαχνε ένα ντόμινο από κοιμισμένα ζόμπι. Το καλογυαλιασμένο, πενηντάχρονο Pony, θα τους περίμενε με τη μηχανή αναμμένη έξω ακριβώς απ' τη φυλακή. Σήμερα, στη συνέντευξη, θα έπρεπε να του το πει ξεκάθαρα. Αύριο το βραδάκι θα πέρναγε να τον πάρει. Η εφημερίδα θα κυκλοφορούσε το πρωί και καλώς εχόντων των πραγμάτων μεσημεράκι ο Μάρκος Απρίλιος θα τη διάβαζε.

Ντιν-ντον!!  (ο γερο-Κούτος πηγαίνει προς την πόρτα μονολογώντας "έφτασε το χάπατο"...)

-Μπάρμπα Θεοφάνη, καλησπέρα. Τι σου έφερα σήμερα; Δες εδώ! Κόκκινο Βουργουνδίας, χρονιά 1996, το καλύτερο που κυκλοφορεί. Μου υποσχέθηκες όμως κι εσύ ότι θα μου πεις τα καλύτερα! Θα τους τρελάνουμε πάλι τους αναγνώστες!
-Ε, δεν είμαι μόνο εγώ που λέω τα καλύτερα. Είσαι κι εσύ που είσαι τζιμάνι και μου κάνεις τέλειες ερωτήσεις.

-Σ' ευχαριστώ μπάρμπα, δίκιο έχεις όμως, όλοι έτσι μου λένε!

Saturday, November 28, 2015

Ένα δέντρο, ένα μπουκάλι κρασί κι ένα αλυσοπρίονο



(Ένα ραδιόφωνο ακούγεται)

"Αχ, τι θα γίνει ετούτο το παιδί, έλεγε η μάνα μου κρυφά πίσω από 'μένα"...

-Α, ήρθατε; Πάνω στην ώρα. Μισό λεπτό να χαμηλώσω το ραδιόφωνο...
Ο Μάρκος Απρίλιος... τι παιδί! Τον ξέρω μια ζωή. Μια ζωή δικιά του ,γιατί εμένα τα χρόνια μου είναι άλλες δυο ζωές. Γείτονάς του, από όταν γεννήθηκε ως τα τελευταία γεγονότα, τον ξέρω καλύτερα κι απ' τον καθρέφτη του. Ποιον καθρέφτη όμως; Α, δεν το γνωρίζατε αυτό; Είχε πρόβλημα. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ άσχημος. Σπάνια κοιταζόταν σε καθρέφτη γι' αυτό και πολλές φορές έβγαινε εντελώς αχτένιστος, με ρούχα αταίριαστα, με μουτζούρες απ' τα στυλό του στο πρόσωπο. Η αλήθεια; Έτη φωτός μακριά. Το 'χετε δει και μόνοι σας. Τόσους τίτλους γεμίσατε τις εφημερίδες σας με το "μοντέλο δολοφόνο". Ο Μάρκος είναι κούκλος. Πόσα κορίτσια δεν άκουσα περνώντας από εδώ να λένε "αχ, γιατί τέτοια ομορφιά να πηγαίνει χαμένη" και πόσα ακόμη δεν συμπλήρωναν "καλά, ας τον έπειθα εγώ να βγούμε ένα βράδυ και θα 'βλεπες πώς θα στρώσει". Αν τον έπεισε ποτέ καμία; Ναι, αρκετές φορές. Όλα τέλειωναν όμως έξω απ' την αυλόπορτά του. Αυτές έκαναν την κίνηση να τον φιλήσουν, αυτός κοντοστεκόταν, το σκεφτόταν, μετά ανακάτευε τα μαλλιά του κι έφευγε τρέχοντας προς το σπίτι. Κι εκείνες εκεί, αποσβολωμένες, να βλέπουν τον Άδωνι να απομακρύνεται, το στρώσιμό του να μην έρχεται.

Παρακολούθησα τη δίκη. Συνεχώς στο όνομά του αναφερόταν. Το περίμενα. Άπειρα μεσημέρια μέσα στην απόλυτη ησυχία της γειτονιάς ακουγόταν μια κραυγή, ένα ουρλιαχτό προσωπικής δυστυχίας, κάτι σαν "μα Απρίλιος ρε μάνα; Γαμώτο μου, Απρίλιος; Στη Ρώμη με κάνατε"; Ότι θα 'φτανε εκεί; Όχι. Γι' αυτό το λόγο τουλάχιστον δεν το περίμενα. Ποιος σκοτώνει μωρέ για ένα όνομα; Τσακωμούς είχαν και γι' άλλους λόγους. Ναι, βέβαια, δεν ήταν εύκολο παιδί ο Μάρκος, δεν ήταν εύκολοι γονείς και οι δικοί του. Μετά τον στρατό ας πούμε ήθελε μηχανή. Τους έλεγε ότι θα την παίρνει και θα χάνεται για μήνες γυρνώντας την Ελλάδα. Τότε την μάνα του την έπιαναν κρίσεις πανικού. Του έλεγε να βρει δουλειά, να αγοράσει μηχανή με τα λεφτά του και μετά αν του δίνουν άδεια για μήνες να πάει όπου θέλει και να την αφήσει να πεθάνει αυτή απ' την αγωνία της. Κι αυτός; Αυτός κοπάναγε τις πόρτες και τους έλεγε "θα φύγω, να το ξέρετε. Θα φύγω και θα 'ναι μέρα μεσημέρι". Κάπου εκεί παρενέβαινε ο πατέρας του με το άθλιο χιούμορ και συμπλήρωνε ατάκες του στυλ "μεσημέρι μπορεί να 'ναι, Απρίλης μόνο να μην είναι". Ε, να πω την αλήθεια, δε θα τον σκότωνα αλλά κι εγώ μια μπούφλα θα του την έδινα.

Το δέντρο που έχουν στο πλάι του σπιτιού το φύτεψε ο παππούς του. Δεν τον γνώρισε ποτέ, πέθανε πριν γεννηθεί. Δεν ήμουν φίλος με τον παππού του γιατί ήταν τσακωμένοι οι γονείς μας αλλά όσο μεγαλώναμε ένα γεια το λέγαμε. Άσχετο αυτό, το ξέρω, για τον πιτσιρικά θέλετε να σας πω σήμερα. Ναι, είναι το πιασάρικο θέμα των ημερών. Δύσμοιρε Μάρκο, έφαγες τα ισόβια και μόλις περάσει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης όλοι θα σε ξεχάσουν. Ίσως βέβαια αυτό να θες. Να μην ασχολείται κανείς με εσένα.  Το δέντρο λοιπόν που σας έλεγα έχει ένα παράξενο όνομα. Επιστημονικά λέγεται Μελία η Αζεδαράχειος. Κανείς δεν το θυμάται έτσι όμως. Τουλάχιστον όχι στον τόπο μας. Εδώ το λέμε Μάη. Καταλαβαίνετε τη συνέχεια, έτσι; Τριών-τεσσάρων χρονών ήταν ο Μάρκος κι ο πατέρας του τον έστησε μπροστά στο δέντρο και του λέει "και τώρα να σου γνωρίσω τον αδερφό σου. Από εδώ ο Μάης" κι έλιωσε στα γέλια... Στο τσακ εκείνο το μεσημέρι δεν του πέταξα πέτρα στο κεφάλι.
Ξέρω, είναι μικρές ιστορίες που αν σε εμένα έχουν μείνει χαραγμένες κυρίως για το κλάμα ή την αντίδραση του μικρού, φαντάζομαι σ' αυτόν πώς  θα σωρεύονταν μέσα του όλα αυτά τα χρόνια. Πολύ μιλάω έ; Εντάξει, στην απομαγνητοφώνηση κρατήστε μόνο τα πιασάρικα. Είμαι μεγάλος, γέρος πολύ, για τα χρόνια μου καλά κρατιέται το μυαλό μου. Έχετε ακούσει πώς μιλάτε εσείς οι δημοσιογράφοι; Μην ανοίγουμε όμως κι αυτή την κουβέντα. Δε σας παίρνει σας λέω!

Το δέντρο που έλεγα, ναι έχει άμεση σχέση με την ιστορία μας. Ο μπαμπάς του έφερε το αλυσοπρίονο πριν ένα μήνα περίπου. Ο Μάης είχε μεγαλώσει πολύ και το ένα κλαδί του έπεφτε στη στέγη του σπιτιού τους. Θα την γκρέμιζε αν το αφήνανε. Στην αρχή το δοκίμαζε αλλά δεν τον είδα να τα πολυκαταφέρνει μόνος του. Βρουμ βρουμ και του σβηνε. Φώναξε τον Μάρκο τότε. Πάντα Απρίλη τον έλεγε, ποτέ Μάρκο. "Απρίλη, κατέβα λίγο να με βοηθήσεις"! "Τι είναι; Τι θες, δεν μπορώ τώρα, κάτι γράφω"! "Θα το γράψεις μετά, κατέβα να με βοηθήσεις μισή ώρα. Θέλω να κόψω τον αδερφό σου"! Το μπαμ μιας πόρτας κι ένα "γαμώ την τύχη μου" ήταν το σημάδι ότι κατέβαινε να βοηθήσει. Σκαρφάλωσε στο δέντρο και έκοψε το κλαδί. Μετά κατέβηκε και το τεμάχισε σε μικρά κομματάκια. "Μπράβο" του είπε ο χαζοπατέρας. "Ο αδερφός σου θα μας κρατήσει ζεστούς πολλά βράδια ετούτο τον χειμώνα". Δεν αντέδρασε. Έφυγε και κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό του.
Όχι, εκείνο το βράδυ δεν τον άκουσα. Ξέρετε, πίνω λίγο παραπάνω τις νύχτες. Στα 84 μου τι να φοβηθώ πια; Ακόμη κι οι αρρώστιες με βλέπουν κι αλλάζουν δρόμο. Έτσι και τότε άδειασα τις δυο μπουκάλες με το ξινόμαυρο που μου είχε στείλει η κόρη μου απ' τη Νάουσα και κατά τις δώδεκα κοιμήθηκα βαριά. Δεν ξύπνησα παρά απ' τις σειρήνες το πρωί. Ναι, δίκιο έχετε, πολύ δυνατά πρέπει να ακούστηκε το αλυσοπρίονο μέσα στην ησυχία της βραδιάς αλλά σας είπα, δεν άκουσα τίποτα. Ούτε βρουμ-βρουμ, ούτε ουρλιαχτά αν υπήρξαν, ούτε μάχη, ούτε τίποτα. Μέσα σε λίγες ώρες ο Μάρκος είχε τεμαχίσει τον αδερφό του και τους γονείς του. Όχι, δεν είναι χαιρεκακία, μη μου χρεώσετε τίποτα τέτοιο στο ρεπορτάζ σας. Εγώ το αγαπάω το παιδί. Λέω τη φράση που θα χρησιμοποιούσε ο πατέρας του!

Νυχτώνει. Θα φύγετε κύριε δημοσιογράφε; Καθίστε αν θέλετε. Θα σας πω για τότε, στα δεκάξι του που αγόρασε ντραμς και τα 'φερε στο σπίτι. Ανακοίνωσε στη μάνα του ότι θα έπαιζε μόνο όταν έλειπαν αυτοί κι ότι θα γινόταν διάσημος. Θα έκανε το πρώτο ελληνικό συγκρότημα που τραγουδούσε μόνο ιαπωνικούς στίχους. Καλέ εννοείται, δυο μήνες μετά τον ανάγκασαν να τα ρίξει στον κάδο των σκουπιδιών... Μείνετε, είναι μεγάλη ιστορία. Να βάλω κρασάκι; Ανεβάζω πάλι το ραδιόφωνο, δε σας ενοχλεί;

"Μάνα στις εφημερίδες, πες μου αν με είδες..."

Monday, November 23, 2015

Μάρκος Απρίλιος: μη γελάτε!

Είμαι ο Μάρκος Απρίλιος. Μη γελάτε, όχι κι εσείς. Αυτή την αντίδραση αντιμετωπίζω σε όλη μου τη ζωή. Οι γονείς μου νόμιζαν ότι είχαν χιούμορ. Τελικά κατάφεραν να φτιάξουν έναν άνθρωπο γεμάτο ψυχολογικά προβλήματα, που έχει περάσει τα δώδεκα απ' τα εικοσιοχτώ χρόνια της ζωής του στα κρεβάτια και τις καρέκλες συνεδριών και ομάδων υποστήριξης. Έχω ξεχάσει πια τον αριθμό των ψυχολόγων που έχω γνωρίσει. Ευτυχώς, εδώ μέσα νομίζω θα ηρεμήσω. Έπρεπε να το 'χα κάνει νωρίτερα, ίσως τώρα να ένιωθα κάπως φυσιολογικά. Να μην έτρεμα στην ιδέα του πρώτου εγερτηρίου, της πρώτης αναφοράς, της πρώτης γνωριμίας, του πρώτου καυγά. Όπως και να' χει θα προσπαθήσω να επιστρέψω στην αρχή. Εδώ μέσα έχω ένα safe, είμαι ένα νούμερο και αυτό θα παλέψω να κρατήσω για όλους. Το όνομά μου θα είναι μια συμφωνία σιωπής ανάμεσα στη γλώσσα μου και τη μνήμη μου. Ομερτά.

Γεννήθηκα την δέκατη έβδομη μέρα του Απριλίου του 1987. Μάρκος ήταν ο σκύλος των γονιών μου. Το Απρίλιος τους βγήκε αυθόρμητα στο ληξιαρχείο. Πριν καν με βαφτίσουν με φώναζαν και με τα δύο ονόματα. Στο Μάρκος τρέχαμε κι εγώ και το λυσσάρικο. Στο Απρίλιος αυτό καθόταν και γρύλιζε κι εγώ πήγαινα με τρόμο μη με κάνει μια χαψιά που του είχα κλέψει το χάδι και το φαγητό.
Τα χρόνια περνούσαν και δεν είχα συνειδητοποιήσει ακριβώς τι κουβαλούσα ως προίκα. Έγινε όμως την πρώτη μέρα στο σχολείο. Η προσγείωσή μου ήταν απότομη, το Απρίλιος έγινε Μάιος, Ιούνιος, Δεκέμβρης, Χριστούγεννας, Πάσχας και ό,τι μπορούσαν ένα, δέκα, τριάντα εξάχρονα να φανταστούν. Το κλείσιμο στην τουαλέτα για τέσσερις ώρες, με κλάμα και ουρλιαχτά, ήταν η φυσιολογική κατάληξη. Τα παιδιά δεν έχουν τόσο καλή ψυχή όσο λέγεται. Ανθρωποφάγα είναι. Τουλάχιστον μαζί μου αυτό ήταν. Μετά ήρθε ο πατέρας μου, με έπεισε να ανοίξω, με πήρε σπίτι και μου εξήγησε ότι δεν έπρεπε να ντρέπομαι, ότι όλων τα ονόματα είναι κάπως περίεργα. Έλα μου όμως που δεν ήταν. Γιάννης, Κώστας, Σπύρος, Αντώνης, Γιώργος... τόσα φυσιολογικά, αδιάφορα, ωραία ονόματα. Εισιτήρια ξεγνοιασιάς. Όλα εκτός απ' το δικό μου. Μάρκος Απρίλιος... Ένα χρόνο πριν είχε γίνει το ατύχημα του Τσέρνομπιλ. Μάλλον τους δικούς μου τους είχε πειράξει περισσότερο απ' τους υπόλοιπους Έλληνες.
Τι τα σκέφτομαι τώρα; Όλα μου τα παιδικά χρόνια, όλη μου η ζωή έτσι εξελίχθηκε. Τα ραντεβού με τα κορίτσια, οι συνεντεύξεις για δουλειά, η θητεία στο στρατό. Όλα μια αποτυχία, μια κοροϊδία, μια ντροπή...


 Γιατρέ μου δεν έχω κάτι άλλο να σας πω. Τα είπα και στη δίκη εξάλλου, μπορείτε να ενημερωθείτε απ' τα πρακτικά της. Τους σκότωσα και νομίζω έκανα αυτό που θα ηρεμήσει την ψυχή μου. Οφθαλμόν αντί οφθαλμού λένε οι γραφές κι εγώ είμαι βαθιά θρήσκος κατά μια δικιά μου οπτική. Με κατέστρεψαν και τους το επέστρεψα. Τώρα θα τιμωρηθώ στη γη για την πράξη μου και όταν έρθει η ώρα στον ουρανό για την αμαρτία μου. Δεν έχω τύψεις όμως.  Κι ούτε μετανιώνω. Από σήμερα, από εδώ και πέρα, είμαι ο φυλακισμένος νούμερο 1741987. Μπορώ να φύγω; Μπορώ να πάω στο κελί μου;